Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΑΝΤΙΟ ΦΙΛΟΙ

- Εκεί που θα πας πρόσεχε, μη δώσεις δικαίωμα. Τα αφεντικά σου δε πρέπει να σε βλέπουν να κάθεσαι. Το ξέρω, κόρη μου, πως είσαι εργατική, αλλά να, η ξένη δουλειά είναι δύσκολη Ξέρω εγώ από ξένες δουλειές, έχω δουλέψει πολύ στη ζωή μου για να σας μεγαλώσω. Αχ, στα χωράφια αυτού του Μπαρουτιέρη, Θεός σχωρέστον, ήταν πολύ ανάποδος, αλλά τι να ‘κανα, παιδάκι μου, έπρεπε να δουλέψω, ποιος κοίταζε τότε ώρες. Νύχτα πηγαίναμε, νύχτα φεύγαμε από το χωράφι. Ο καημένος ο συγχωρεμένος, ο πατέρας σου κάθε τόσο πήγαινε και τον παρακαλούσε. Αυτός όλο πως δεν είχε έλεγε.

- Να, να σου δώσω ρε Μήτσο κάνα ντενεκέ καλαμπόκι και να ξοφλήσουμε. Ο καημένος ο πατέρας σου τον έβλεπα και ερχόταν φουρτουνιασμένος. Από μακριά τον καταλάβαινα και μόλις ζύγωνε, έλεγα, έλα τώρα μη στενοχωριέσαι δε θα χαθούμε.

- Ε, όχι, ρε γυναίκα, ντε και καλά, αυτός θα μας βγάλει και χρωστούμενους. Άκου λέει, ένα μήνα αράδιζες στο χωράφι του και τώρα που του ζήτησα τα λεφτά, προσπαθεί να πατσίσει μ’ έναν τενεκέ καλαμπόκι. Αλλά για σταυρούς και εκκλησίες πρώτος. Αχ μωρέ μετά σου λένε ο Θεός. Πούντος να ρίξει φωτιά και θειάφι να τους κάψει κάτι τέτοιους που καταδέχονται να φάνε τον ιδρώτα του κοσμάκη.

Από μένα, ρε Μπαρουτιέρη, από μένα καταδέχεσαι, να εγώ που αν δεν ήμουν θα είχες ψοφήσει τώρα. Όταν σου την άναψαν κι η σφαίρα μπήκε απ’ τη μια και βγήκε απ’ την άλλη, εγώ τότε έκοψα τη μοναδική φανέλα, που είχα και σου έδεσα τη πληγή, σε πήρα στη πλάτη και μέσα από το χιόνι και τη φωτιά σε κουβαλούσα τρεις ώρες και τώρα… Χμμ δεν τον άφηνα να ψοφήσει, λέω εγώ.

- Έλα τώρα Δημητρό μη λες βαριές κουβέντες. Δεν πειράζει καθένας απ’ το ποδάρι του κρέμεται. Εμείς δεν είμαστε άξιοι να κρίνουμε παρά μόνο ο Θεός. Έλα, έλα καημένε και καμιά φορά στην εκκλησία να δεις τι ωραία που τα λέει ο πάτερ – Άνθιμος στο κήρυγμά του «μη κρίνετε ίνα μη κριθήτε» αυτό τουλάχιστον κάθε Κυριακή μας το λέει.

- Ωχ, άσε, ρε γυναίκα, ξέρω κι ο πάτερ- Άνθιμος τι κουμάσι είναι.

Ξέχασες που έβαλε τη θεία Αρτιφύλη να πουλήσει το γάιδαρό της σ’ αυτόν το χαμένο τον Μπαρουτιέρη, για να πάρει αυτός τα χρήματα.

Αλλιώς δεν πήγαινε να κηδέψει τον θείο Διονύσιο. Φτιαχτά τα είχαν , ρε κορόιδο, ε, κορόιδο. Έτσι ο τυχοδιώκτης ο Μπαρουτιέρης πήρε το γάιδαρο για ένα κομμάτι ψωμί και ο παπά – Άνθιμος έκανε λέει το καθήκον του. Κατά τ’ άλλα « μη κρίνετε ίνα μη κριθήτε». Μωρέ, για κοίτα κάτι ανθρώπους που έβαλε ο Θεός να τον εκπροσωπήσουν.

- Αμάν άντρα ο Θεός να μη σε συνεριστεί. Θαρρώ πως τούρκεψες, έχασες την πίστη σου. Τι σε νοιάζει εσένα τι κάνει ο κόσμος;

- Κόσμος είναι ο παπάς βρε, ε! στουρνάρι ή εκπρόσωπος του Θεού. Αυτός δεν το λέει, ε, εγώ το λέω;

- Έλα τώρα πάψε σ’ ακούν τα παιδιά.

- Να μ’ ακούν, γιατί αν μ’ άκουγε και ο μακαρίτης ο θείος Διονύσιος, δε θα τον έπιανε κότσο ο παπά – Άνθιμος. Μια ζωή, βρε από την εκκλησία δεν έλειπε για να κάνει τα

θελήματα αυτού του τράγου και αυτός να μην πηγαίνει στον τάφο του να πει δυο λέξεις, αν δεν τον ασήμωνε η θεία Εριφύλη. Μετά μου λες, μη κρίνετε για να μη κριθείτε.

-Αυτά, κύριε, δεν τα λέει ο παπά – Άνθιμος. ο Χριστός τα είπε.

- Ωχ! Έλα τώρα παράτα τα και κάνε μου έναν καφέ, γιατί ξεράθηκε το στόμα μου και άσε ποιος τα είπε, αγράμματε δικηγόρε.

- Α, ξέχασα να σου πω, ο γέρο παράλυτος δε μας κρατά άλλο βερεσέ. Λίγο ρεβίθι πήγα να πάρω και μισώ κιλό χαλβά και με πρόσβαλε, κοντά στην κυρά Μήνδενα, έχω όμως λίγο κριθάρι, να σου ψήσω;

- Έλα κάνε τώρα, μαυροζούμι να είναι, δε βαριέσαι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου