Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

http://www.dimospaggaiou.gr

Η ΑΛΛΗ ΕΛΛΑΔΑ

Αδέρφια όλα αυτά που βασανίζουν όλους εμάς που τη μύρα μας σε μεγάλο βαθμό εμείς με τη στάση μας έχουμε καθορίσει τώρα καλούμαστε να υποστούμε την ζημία που προκλήθηκε.

Λέω εμείς και το εννοώ . Εμείς με το λανθασμένο κριτήριο επιλέγαμε όλο το σκουπιδαριό της πολιτικής, συνδικαλιστικής αλητείας να μας εκπροσωπούν.

Εμείς αδιαφορούσαμε για τους θεσμούς και το σύνταγμα που καταστρατηγούσαν τα ζόμπι της πολιτικής και της συνδικαλιστικής πανσπερμίας.

Εμείς ρευόμασταν τρώγοντας τα ορμόνοθρεφούμενα χοιρίδια αφήνοντας τα τρωκτικά ελεύθερα να μπήγουν τα γαμψά τους νύχια ξεριζώνοντας την καρδιά της Ελλάδας.

Δεν λέω υπήρχαν και φωνές της Άλλης Ελλάδας μα της πνίγανε τα ρεψίματα και τα ευτελή θεάματα μιας νέας Ρώμης της μεταπολίτευσης.

Τότε που τα ένστικτα θέριευα, Ο ΤΡΕΛΟΣ της εποχής εκείνης ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕ τους επενδυτές.

Απόσπασμα από τη νουβέλα <<ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΕΝΟΣ ΤΡΕΛΟΥ>> από τις εκδόσεις ΟΜΡΕΛΑ 1991

Στο φρύδι του ρείθρου, η κυρία προσπαθούσε να κρατήσει την ισορροπία της. Τα πόδια της γυμνά και οι παρανυχίδες είχαν πνίξει τα δάχτυλα. Το εφτάχρονο σφίξιμο των αλυσίδων, έκανε τις πληγές της να αιμορραγούν.

Αριστερά το κτίριο με τα πολλά παράθυρα. Το εσωτερικό του σκοτεινό. Επάνω στα έδρανα, οι μαρμάγκες έκαναν περίπατο σηκώνοντας το αραχνοΰφαντο νυχτικό δειλά στα γόνατα μην το πατήσουν οι βελούδινες πατούσες τους.

Οι αχτίδες του ήλιου κολυμπούσαν στο πέπλο της αιθαλομίχλης και ο Άγνωστος Στρατιώτης ανίχνευε τα χτυπήματα που τα τσαρούχια του τσολιά καταπονούσαν το πλακόστρωτο.

Έβλεπε τις νωπές πληγές της κυρίας να τρέχουν αίματα και ένα τσούρμο αγαπητικών να την τριγυρίζουν κρατώντας δαντελωτά φορέματα και πλαστικά στεφάνια. Μασκοφόροι, νταβατζήδες, εξουσιαστές, μεταπράτες του αργού θανάτου, ρήτορες, να υποκρίνονται δίνοντας τον όρκο στον Άγιο Σεφρέμογλου.

Τα γήπεδα άδειαζαν. Σκυλάδικα, μπουρδέλλα, καμπαρέ, καφενεία, Ιππόδρομος, και οι αδήλωτες πόρνες στη Συγγρού μαστίζονταν από οικονομική κρίση.

Οι επενδυτές σήκωναν τα κεφάλαιά τους, ο ένας πίσω από τον άλλο. Εμποροπανήγυρη.

Στα πεζοδρόμια οι άνθρωποι κοπάδιζαν, χειροκροτούσαν, καυγάδιζαν, ηδονίζονταν που έβλεπαν την καταπονημένη κυρία να δημοπρατείται.

- Κατακυρώνεται μια, κατακυρώνεται δύο, κατακυρώνεται τρεις! στο Γάλλο αλλοδαπό.

Το θετό δίκαιο επιβλήθηκε πάνω στο φυσικό.

Η νύφη ευπρεπιζόταν υπό την αιγίδα του αλλοδαπού και την φροντίδα της μάζας. Τα μπουρδέλλα αργούσαν λόγω ανακαίνισης και το χαρτί υγείας ξετυλίγονταν φτάνοντας στο Σύνταγμα, για να πολτοποιηθεί στο σιντριβάνι κλείνοντας τα φίλτρα των φρεάτων.

Ιούλιος και οι κομιστές μετέφεραν τα λειωμένα από την ζέστη κραγιόν που οι πόρνες δώριζαν στην ευπρεπιζόμενη κυρία και ο γαμπρός με τα ποδόλουτρα που της έκανε «γιάτρεψε» τις παρανυχίδες της.

Τα φώτα της Ελλάδας είχαν ανάψει. Οι προβολείς της Ακρόπολης έριχναν το φως στο κτίριο με τα πολλά παράθυρα και τα δάκρυα του Περικλή κυλούσαν στα σμιλεμένα μάρμαρα του Φειδία. Νέα οικονομική, εμπορική δραστηριότητα. Νέες επενδύσεις. Εργολάβοι της πολιτικής έτρεχαν για να αγοράσουν μετοχές. Ομάδες βασανισμένων, εξορισμένων, εκπατρισμένων, βιασμένων, έξω από το θέατρο διαμαρτύρονταν με γλώσσα βεβελική, που εξόργισε τον γαμπρό.

Από ένα παράθυρο έβγαλε το κεφάλι στον αιθέρα του καταγάλανου ουρανού, έβαλε τα χέρια στο στόμα, τέντωσε τις παλάμες και άρχισε να ουρλιάζει. Έβριζε τον Άγνωστο Στρατιώτη, τον πρόσταζε να συνετιστεί. Μετά γύρισε προς το βήμα είδε την κυρία τρομαγμένη.

Το πρόσωπό της ωχρό, τα πόδια της είχαν ανοίξει και τα τσίσα της είχαν φύγει, μουσκεύοντας την μπλε μοκέτα. Αυτός σήκωσε το χέρι του και με το μανίκι σκούπισε τους αφρούς από το στόμα.

Πήγε κοντά της και πιάνοντάς την από τον ώμο με κοφτή φωνή είπε:

- Πρέπει να μάθεις πως κι εγώ είμαι άνθρωπος κι έχω ελαττώματα όπως όλοι. Ναι. Είμαι φαλλοκράτης και έπρεπε να το θυμάσαι αυτό από την προηγούμενη φορά και να μην σου έφευγαν τώρα τα τσίσα.

Η κυρία έκανε να γελάσει. Θυμήθηκε που της λείπαν εφτά δόντια και συγκρατήθηκε να μην φανούν τα αδειανά της ούλα.

Η ευπρεπισμένη κυρία ηδονίστηκε σαν άκουσε την ευγενική φωνή του να της θυμίζει τα προ οκταετίας περασμένα και έκλεισε τα πόδια της.

Ο Ξενοφώντας περπάτησε λίγα μέτρα, πλησίασε τον Άγνωστο Στρατιώτη.

Έβγαλε το σακάκι του, το έριξε στο γυμνό στήθος του και πήρε να χαϊδεύει το πρόσωπό του.

Ο τσολιάς ακίνητος έστριβε τα μάτια κατά πάνω του φοβισμένα.

Τότε ο Ξενοφώντας έβαλε τα κλάματα. Έκλαιγε και φώναζε. Έκανε σαν τρελός. Έτρεχε. Τα πόδια του ακυβέρνητοι χαρταετοί στα κύματα του αέρα τον είχαν βγάλει στο ετοιμόρροπο συγκρότημα του ΕΑΤ – ΕΣΑ.

Εκεί είδε τους βασανισμένους, εξορισμένους, βιασμένους. Τους πανηγυρτζήδες, νταβατζήδες, εξουσιαστές, βασανιστές, ρήτορες. Όλοι κρατούσαν την ευπρεπισμένη κυρία στα χέρια.

Την σήκωσαν ψηλά και την χοροπηδούσαν. Φιλούσαν τα ρούχα της. Τα τραβούσαν ώσπου την γδύσαν. Μετά της ρίξαν ένα μαύρο σεντόνι και της είπαν να περιμένει ώσπου να της κάνουν αποκαλυπτήρια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου